EXPO NEWS

Από την κρίση στην ανάπτυξη: ο κλάδος χρωμάτων επιστρέφει πιο δυνατός
Έναν από τους πλέον ανθεκτικούς αλλά και εξωστρεφείς κλάδους της ελληνικής μεταποίησης αποτελεί η βιομηχανία χρωμάτων, βερνικιών και επιχρισμάτων, η οποία μετά από μια μακρά περίοδο αναδιάρθρωσης και προσαρμογής δείχνει να έχει αφήσει πίσω της τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, επανερχόμενη στα επίπεδα παραγωγής που καταγράφονταν πριν από δεκαπέντε χρόνια.
Ο κλάδος συμμετέχει με περίπου 16% στον συνολικό κύκλο εργασιών της ελληνικής χημικής βιομηχανίας και με περίπου 20% στην απασχόληση του ευρύτερου κλάδου, αποτελώντας έναν σημαντικό κρίκο της παραγωγικής αλυσίδας που συνδέεται με τις κατασκευές, τη βιομηχανία, τη ναυτιλία και σειρά άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων.
Η εικόνα που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια είναι αυτή μιας αγοράς που ανακτά σταδιακά τη δυναμική της. Το 2024 η παραγωγή αυξήθηκε κατά 9,1%, επιτρέποντας στον κλάδο να επιστρέψει για πρώτη φορά στα επίπεδα του 2009, έπειτα από δώδεκα χρόνια προσαρμογής. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την πορεία διαδραμάτισε η ενίσχυση της εξωστρέφειας, καθώς οι εξαγωγές αντιστοιχούν πλέον στο 42% του κύκλου εργασιών, ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με το 2010.
Οι ελληνικές βιομηχανίες χρωμάτων έχουν καταφέρει να αποκτήσουν ισχυρή παρουσία κυρίως στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Αλβανία να απορροφούν σημαντικό μέρος της παραγωγής. Η εξέλιξη αυτή λειτούργησε ως αντιστάθμισμα στη χαμηλή εγχώρια ζήτηση των προηγούμενων ετών, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να διατηρήσουν παραγωγικές μονάδες και θέσεις εργασίας.
Παράλληλα, ο συνολικός κύκλος εργασιών του κλάδου διαμορφώθηκε το 2023 στα 603 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σε πραγματικούς όρους κατά 4,8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η βελτίωση της παραγωγικής δραστηριότητας αποτυπώθηκε και στα οικονομικά αποτελέσματα, καθώς τα EBITDA ανήλθαν στα 86 εκατ. ευρώ από 68 εκατ. ευρώ το 2022, ενώ τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν στα 50 εκατ. ευρώ από 38 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο περίπου 32%.
Εξίσου σημαντικό στοιχείο αποτελεί η βελτίωση της συνολικής χρηματοοικονομικής εικόνας του κλάδου. Περίπου οκτώ στις δέκα επιχειρήσεις ήταν κερδοφόρες το 2023, έναντι μόλις τεσσάρων στις δέκα το 2011, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική ενίσχυση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων. Παράλληλα, οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, επιτρέποντας στις περισσότερες εταιρείες να ανταποκρίνονται χωρίς ιδιαίτερες πιέσεις στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη για όλες τις επιχειρήσεις. Οι μικρότερες μονάδες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις, καθώς εμφανίζουν χαμηλότερα περιθώρια κέρδους και μεγαλύτερη εξάρτηση από τραπεζικό δανεισμό σε σχέση με τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις τάσεις συγκέντρωσης της αγοράς, η οποία έχει ήδη συρρικνωθεί σημαντικά, καθώς οι ενεργές παραγωγικές επιχειρήσεις έχουν περιοριστεί περίπου στις 50 από περισσότερες από 100 που λειτουργούσαν το 2010.
Το μεγάλο ερώτημα για το 2026 αφορά τη ζήτηση από την εγχώρια αγορά. Τα στοιχεία για την οικοδομική δραστηριότητα προκαλούν προβληματισμό, καθώς κατά το πρώτο τετράμηνο του 2025 οι εκδοθείσες οικοδομικές άδειες υποχώρησαν κατά 41%, ενώ στις νέες κατοικίες η μείωση ξεπέρασε το 50%. Δεδομένου ότι οι κατασκευές αποτελούν τον βασικό αποδέκτη των αρχιτεκτονικών χρωμάτων, η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την πορεία της αγοράς τα επόμενα χρόνια.
Αντίστοιχα, έχει περιοριστεί και η πρόθεση των νοικοκυριών να προχωρήσουν σε ανακαινίσεις κατοικιών, εξέλιξη που επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση χρωμάτων και υλικών συντήρησης κτιρίων. Παράγοντες όπως η αύξηση του κόστους κατασκευής, τα υψηλά επιτόκια και η γενικότερη οικονομική αβεβαιότητα επιβαρύνουν τις προοπτικές της εγχώριας αγοράς.
Στην πλευρά της προσφοράς, οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον. Η εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες παραμένει υψηλή, ενώ η επιβολή νέων ευρωπαϊκών δασμών σε κρίσιμα υλικά όπως το διοξείδιο του τιτανίου αυξάνει το κόστος παραγωγής. Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός από χώρες χαμηλού κόστους, κυρίως από την Τουρκία και αγορές της Ασίας, εντείνεται, ασκώντας πιέσεις στα περιθώρια κέρδους.
Παρά τις προκλήσεις, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν θετικές. Η πράσινη μετάβαση, η αυξανόμενη ζήτηση για οικολογικά προϊόντα χαμηλών εκπομπών, οι ανακαινίσεις κτιρίων στο πλαίσιο της ενεργειακής αναβάθμισης και η ανάπτυξη εξειδικευμένων βιομηχανικών εφαρμογών δημιουργούν νέα πεδία δραστηριότητας. Παράλληλα, η ψηφιοποίηση της παραγωγής και οι επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.
Η συνολική εικόνα καταδεικνύει ότι ο κλάδος των χρωμάτων έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης και εξακολουθεί να αποτελεί έναν σημαντικό πυλώνα της ελληνικής χημικής βιομηχανίας. Η ενίσχυση της εξωστρέφειας, η βελτίωση της κερδοφορίας και η προσαρμογή στις απαιτήσεις της πράσινης οικονομίας δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε να διατηρήσει και τα επόμενα χρόνια τη συμβολή του στην παραγωγή, την απασχόληση και τις εξαγωγές της χώρας.
δειτε επισης





